γυμνότητα
•
- το να είναι κανείς γυμνός Βικιλεξικό
- Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)
Ετυμολογία
γυμνότητα < ελληνιστική κοινή γυμνότης < αρχαία ελληνική γυμνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυμνότητα | γυμνότητες |
| Γενική | γυμνότητας | γυμνοτήτων |
| Αιτιατική | γυμνότητα | γυμνότητες |
| Κλητική | γυμνότητα | γυμνότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →