Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυμνότητα

/ʝiˈmno.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς γυμνός Βικιλεξικό
    • Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)

Ετυμολογία

γυμνότητα < ελληνιστική κοινή γυμνότης < αρχαία ελληνική γυμνός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυμνότηταγυμνότητες
Γενικήγυμνότηταςγυμνοτήτων
Αιτιατικήγυμνότηταγυμνότητες
Κλητικήγυμνότηταγυμνότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →