γυναικείος
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στη γυναίκα, σε ενήλικα που ανήκει στο γυναικείο φύλο Βικιλεξικό
- γυναικεία συμπεριφορά, γυναικείο ντύσιμο, γυναικεία φυλακή, γυναικείος πληθυσμός
- Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- γυναικεία: τα είδη, σε εμπορικά καταστήματα (γυναικεία, παιδικά, ανδρικά)
- που μοιάζει με γυναίκα ή μοιάζει να ανήκει σε γυναίκα, όμως αυτό δεν ισχύει Βικιλεξικό
- άσε τα γυναικεία καμώματα, ακόμα είσαι 13 χρονών
Ετυμολογία
γυναικείος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυναικεῖος < γυνή, γυναικ- + -εῖος (-είος). Συγκρίνετε με το γυναίκειος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικείος | γυναικεία | γυναικείο |
| Γενική | γυναικείου | γυναικείας | γυναικείου |
| Αιτιατική | γυναικείο | γυναικεία | γυναικείο |
| Κλητική | γυναικείε | γυναικεία | γυναικείο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικείοι | γυναικείες | γυναικεία |
| Γενική | γυναικείων | γυναικείων | γυναικείων |
| Αιτιατική | γυναικείους | γυναικείες | γυναικεία |
| Κλητική | γυναικείοι | γυναικείες | γυναικεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →