γυναικάς
•
- που ενδιαφέρεται υπερβολικά για τις γυναίκες, που τις φλερτάρει συνεχώς και επιχειρεί μόνιμα την ερωτική επαφή μαζί τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυναικάς < γυναίκ(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικάς | γυναικάδες |
| Γενική | γυναικά | γυναικάδων |
| Αιτιατική | γυναικά | γυναικάδες |
| Κλητική | γυναικά | γυναικάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →