γυναικοδουλειά
•
- ερωτοδουλειά που αφορά άνδρα, δηλαδή ερωτική περιπέτεια κάποιου αρσενικού Βικιλεξικό
- σχετικο με γυναίκα, δημιουργημένο από γυναίκα, ταιριαστό σε γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυναικοδουλειά < γυναίκα και δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικοδουλειά | γυναικοδουλειές |
| Γενική | γυναικοδουλειάς | γυναικοδουλειών |
| Αιτιατική | γυναικοδουλειά | γυναικοδουλειές |
| Κλητική | γυναικοδουλειά | γυναικοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →