γυναικοκρατούμαι
•
- για σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο, στο οποίο αριθμητικά (ή κι από απόψεως εξουσίας) υπερέχουν οι γυναίκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυναικοκρατούμαι < αρχαία ελληνική γυναικοκρατέομαι / γυναικοκρατοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γυναικοκρατούμαι | γυναικοκρατείσαι | γυναικοκρατείται | γυναικοκρατούμαστε | γυναικοκρατείστε | γυναικοκρατούνται |
| Παρατατικός | γυναικοκρατούμουν | γυναικοκρατούσουν | γυναικοκρατούνταν | γυναικοκρατούμασταν / γυναικοκρατούμαστε | γυναικοκρατούσασταν / γυναικοκρατούσαστε | γυναικοκρατούνταν |
| Αόριστος | γυναικοκρατήθηκα | γυναικοκρατήθηκες | γυναικοκρατήθηκε | γυναικοκρατηθήκαμε | γυναικοκρατηθήκατε | γυναικοκρατήθηκαν / γυναικοκρατηθήκαν / γυναικοκρατηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα γυναικοκρατηθώ / θα γυναικοκρατούμαι | θα γυναικοκρατείσαι / θα γυναικοκρατηθείς | θα γυναικοκρατείται / θα γυναικοκρατηθεί | θα γυναικοκρατηθούμε / θα γυναικοκρατούμαστε | θα γυναικοκρατείστε / θα γυναικοκρατηθείτε | θα γυναικοκρατηθούν / θα γυναικοκρατηθούνε / θα γυναικοκρατούνται |
| Παρακείμενος | έχω γυναικοκρατηθεί | έχεις γυναικοκρατηθεί | έχει γυναικοκρατηθεί | έχουμε γυναικοκρατηθεί | έχετε γυναικοκρατηθεί | έχουν γυναικοκρατηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα γυναικοκρατηθεί | είχες γυναικοκρατηθεί | είχε γυναικοκρατηθεί | είχαμε γυναικοκρατηθεί | είχατε γυναικοκρατηθεί | είχαν γυναικοκρατηθεί |
| Υποτακτική | να έχω γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατηθώ / να γυναικοκρατούμαι | να έχεις γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατείσαι / να γυναικοκρατηθείς | να έχει γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατείται / να γυναικοκρατηθεί | να έχουμε γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατηθούμε / να γυναικοκρατούμαστε | να έχετε γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατείστε / να γυναικοκρατηθείτε | να έχουν γυναικοκρατηθεί / να γυναικοκρατηθούν / να γυναικοκρατηθούνε / να γυναικοκρατούνται |
| Προστακτική | — | γυναικοκρατήσου | — | — | γυναικοκρατείστε / γυναικοκρατηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →