γυναικονόμος
•
- εργαζόμενος σε σώμα που έχει οριστεί (σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία) για την επίβλεψη της συμπεριφοράς των γυναικών Βικιλεξικό
- άρχοντας στην Αρχαία Αθήνα με καθήκον τον έλεγχο της ευπρέπειας των γυναικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυναικονόμος < αρχαία ελληνική γυναικονόμος. Μορφολογικά αναλύεται σε γυναίκ(α) + -ο- + -νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικονόμος | γυναικονόμοι |
| Γενική | γυναικονόμου | γυναικονόμων |
| Αιτιατική | γυναικονόμο | γυναικονόμους |
| Κλητική | γυναικονόμε | γυναικονόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →