Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυναικούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προσφώνησητρυφερή προσφώνηση της συμβίας από τον σύζυγο ή τον σύντροφο Βικιλεξικό
  2. μειωτικόγυναίκα χαμηλού επιπέδου που δεν φέρεται σωστά Βικιλεξικό
  3. μειωτικόκουτσομπόλα Βικιλεξικό
  4. μειωτικόάντρας δειλός και χωρίς βούληση Βικιλεξικό
  5. γυναίκα απλή, άκακη, αθώα Βικιλεξικό
    • Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)
    • Εκεί που έριξαν τα δακρυγόνα ήταν μαζεμένοι κάτι συνταξιούχοι και κάτι γυναικούλες με τα παιδιά τους

Ετυμολογία

γυναικούλα < γυναίκ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυναικούλαγυναικούλες
Γενικήγυναικούλας—
Αιτιατικήγυναικούλαγυναικούλες
Κλητικήγυναικούλαγυναικούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →