γυναικούλα
•
- προσφώνησητρυφερή προσφώνηση της συμβίας από τον σύζυγο ή τον σύντροφο Βικιλεξικό
- μειωτικόγυναίκα χαμηλού επιπέδου που δεν φέρεται σωστά Βικιλεξικό
- μειωτικόκουτσομπόλα Βικιλεξικό
- μειωτικόάντρας δειλός και χωρίς βούληση Βικιλεξικό
- γυναίκα απλή, άκακη, αθώα Βικιλεξικό
- Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)
- Εκεί που έριξαν τα δακρυγόνα ήταν μαζεμένοι κάτι συνταξιούχοι και κάτι γυναικούλες με τα παιδιά τους
Ετυμολογία
γυναικούλα < γυναίκ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυναικούλα | γυναικούλες |
| Γενική | γυναικούλας | — |
| Αιτιατική | γυναικούλα | γυναικούλες |
| Κλητική | γυναικούλα | γυναικούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →