γυναικόπαιδα
•
- σύνολο από γυναίκες και παιδιά Βικιλεξικό
- σε συμφραζόμενα που αναφέρονται σε πόλεμοο άμαχος πληθυσμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυναικόπαιδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυναικόπαιδα < γυναικό- + παιδ(ιά) + -α (παρατακτικό σύνθετο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →