γυρίζω
•
- μεταβατικόπεριστρέφω, συστρέφω Βικιλεξικό
- αμετάβατοπεριστρέφομαι ή συστρέφομαι Βικιλεξικό
- αμετάβατοεπιστρέφω Βικιλεξικό
- περιφέρομαι, ταξιδεύω, τριγυρίζω Βικιλεξικό
- όλη μέρα σε έψαχνα. Μα πού γύριζες;
- μεταβατικόγυρίζω ανάποδα: αναστρέφω, αναποδογυρίζω Βικιλεξικό
- γυρίζω σελίδα: αλλάζω σελίδα, προχωρώ στην πίσω σελίδα του φύλλου που διαβάζω
- για ρούχακάνω την εσωτερική επιφάνεια του ρούχου να φαίνεται εξωτερικά και αντιστρόφως Βικιλεξικό
- μεταστρέφω Βικιλεξικό
- του γύρισε τα μυαλά
- (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυρίζω < μεσαιωνική ελληνική γυρίζω < υποχωρητικό από το γῦρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →