γυρίνος
•
- η υδρόβια προνύμφη των βατράχων και φρύνων, από την στιγμή που εκκολάπτεται από το αβγό έως ότου αποκτήσει πόδια και χάσει την ουρά και τα βράγχια. Βικιλεξικό
- 2024 «Ανακαλύφθηκε ο αρχαιότερος γυρίνος, έχει ηλικία 160 εκατ. ετών, @naftemporiki.gr», 1. 11. 2024
Ετυμολογία
γυρίνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυρῖνος < γυρός, πιθανώς λόγω του στρογγυλού σχήματός του.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυρίνος | γυρίνοι |
| Γενική | γυρίνου | γυρίνων |
| Αιτιατική | γυρίνο | γυρίνους |
| Κλητική | γυρίνε | γυρίνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →