γυρεύω
•
- ζητώ Βικιλεξικό
- Καιγώ, καἰγὼ τὸ σίδηρον // γυρεύω (Α. Κάλβος, Εις δόξαν, ΙΕ)
- τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;
- σου γύρεψα ένα ποτήρι νερό και δε μου το 'δωσες
- θα πάω να τη γυρέψω απ' τους δικούς της
- ψάχνω Βικιλεξικό
- -Τι γυρεύεις; - Έχω χάσει τα γυαλιά μου. Τα είδες πουθενά;
Ετυμολογία
γυρεύω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) γυρεύω (τρέχω σε κύκλο) < γυρός (στρογγυλός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →