Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυρεύω

ρήμα
•
  1. ζητώ Βικιλεξικό
    • Καιγώ, καἰγὼ τὸ σίδηρον // γυρεύω (Α. Κάλβος, Εις δόξαν, ΙΕ)
    • τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;
    • σου γύρεψα ένα ποτήρι νερό και δε μου το 'δωσες
    • θα πάω να τη γυρέψω απ' τους δικούς της
  2. ψάχνω Βικιλεξικό
    • -Τι γυρεύεις; - Έχω χάσει τα γυαλιά μου. Τα είδες πουθενά;

Ετυμολογία

γυρεύω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) γυρεύω (τρέχω σε κύκλο) < γυρός (στρογγυλός)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →