γυροβολώ
•
- τριγυρίζω Βικιλεξικό
- φέρνω γύρω γύρω Βικιλεξικό
- χορόςπεριστρέφομαι χορευτικά ή κάνω χορευτική φιγούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυροβολώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυροβολῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γυροβολώ | γυροβολείς | γυροβολεί | γυροβολούμε | γυροβολείτε | γυροβολούν / γυροβολούνε |
| Παρατατικός | γυροβολούσα | γυροβολούσες | γυροβολούσε | γυροβολούσαμε | γυροβολούσατε | γυροβολούσαν / γυροβολούσανε |
| Αόριστος | γυροβόλησα | γυροβόλησες | γυροβόλησε | γυροβολήσαμε | γυροβολήσατε | γυροβολήσαν / γυροβολήσανε / γυροβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα γυροβολήσω / θα γυροβολώ | θα γυροβολήσεις / θα γυροβολείς | θα γυροβολήσει / θα γυροβολεί | θα γυροβολήσουμε / θα γυροβολούμε | θα γυροβολήσετε / θα γυροβολείτε | θα γυροβολήσουν / θα γυροβολήσουνε / θα γυροβολούν / θα γυροβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω γυροβολήσει | έχεις γυροβολήσει | έχει γυροβολήσει | έχουμε γυροβολήσει | έχετε γυροβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γυροβολήσει | είχες γυροβολήσει | είχε γυροβολήσει | είχαμε γυροβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γυροβολήσει / να γυροβολήσω / να γυροβολώ | να έχεις γυροβολήσει / να γυροβολήσεις / να γυροβολείς | να έχει γυροβολήσει / να γυροβολήσει / να γυροβολεί | να έχουμε γυροβολήσει / να γυροβολήσουμε / να γυροβολούμε | να έχετε γυροβολήσει / να γυροβολήσετε / να γυροβολείτε | να γυροβολήσουν / να γυροβολήσουνε / να γυροβολούν / να γυροβολούνε |
| Προστακτική | — | γυροβόλει / γυροβόλησε | — | — | γυροβολήστε / γυροβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →