Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυροβολώ

ρήμα
•
  1. τριγυρίζω Βικιλεξικό
  2. φέρνω γύρω γύρω Βικιλεξικό
  3. χορόςπεριστρέφομαι χορευτικά ή κάνω χορευτική φιγούρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυροβολώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυροβολῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγυροβολώγυροβολείςγυροβολείγυροβολούμεγυροβολείτεγυροβολούν / γυροβολούνε
Παρατατικόςγυροβολούσαγυροβολούσεςγυροβολούσεγυροβολούσαμεγυροβολούσατεγυροβολούσαν / γυροβολούσανε
Αόριστοςγυροβόλησαγυροβόλησεςγυροβόλησεγυροβολήσαμεγυροβολήσατεγυροβολήσαν / γυροβολήσανε / γυροβόλησαν
Μέλλονταςθα γυροβολήσω / θα γυροβολώθα γυροβολήσεις / θα γυροβολείςθα γυροβολήσει / θα γυροβολείθα γυροβολήσουμε / θα γυροβολούμεθα γυροβολήσετε / θα γυροβολείτεθα γυροβολήσουν / θα γυροβολήσουνε / θα γυροβολούν / θα γυροβολούνε
Παρακείμενοςέχω γυροβολήσειέχεις γυροβολήσειέχει γυροβολήσειέχουμε γυροβολήσειέχετε γυροβολήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γυροβολήσειείχες γυροβολήσειείχε γυροβολήσειείχαμε γυροβολήσει——
Υποτακτικήνα έχω γυροβολήσει / να γυροβολήσω / να γυροβολώνα έχεις γυροβολήσει / να γυροβολήσεις / να γυροβολείςνα έχει γυροβολήσει / να γυροβολήσει / να γυροβολείνα έχουμε γυροβολήσει / να γυροβολήσουμε / να γυροβολούμενα έχετε γυροβολήσει / να γυροβολήσετε / να γυροβολείτενα γυροβολήσουν / να γυροβολήσουνε / να γυροβολούν / να γυροβολούνε
Προστακτική—γυροβόλει / γυροβόλησε——γυροβολήστε / γυροβολείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →