γυφτόπουλο
•
- το μικρό παιδί που κατάγεται από Ρομά, συνήθως το αγόρι Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
Ετυμολογία
γυφτόπουλο < γύφτος και -πουλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυφτόπουλο | γυφτόπουλα |
| Γενική | γυφτόπουλου | γυφτόπουλων |
| Αιτιατική | γυφτόπουλο | γυφτόπουλα |
| Κλητική | γυφτόπουλο | γυφτόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →