γυψάς
•
- επάγγελμαο πωλητής γύψινων αντικειμένων Βικιλεξικό
- ο γυψαδόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυψάς < γύψ(ος) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυψάς | γυψάδες |
| Γενική | γυψά | γυψάδων |
| Αιτιατική | γυψά | γυψάδες |
| Κλητική | γυψά | γυψάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →