γυψοποιία
•
- τεχνική και παραγωγική δραστηριότητα που αφορά την κατεργασία του φυσικού ή τεχνητού γύψου και τη μετατροπή του σε δομικά, διακοσμητικά ή βιομηχανικά προϊόντα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη βιοτεχνία ή βιομηχανία με το σχετικό αντικείμενο εργασιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυψοποιία < γύψος + -ο- + -ποία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυψοποιία | γυψοποιίες |
| Γενική | γυψοποιίας | γυψοποιιών |
| Αιτιατική | γυψοποιία | γυψοποιίες |
| Κλητική | γυψοποιία | γυψοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →