Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυψοποιία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεχνική και παραγωγική δραστηριότητα που αφορά την κατεργασία του φυσικού ή τεχνητού γύψου και τη μετατροπή του σε δομικά, διακοσμητικά ή βιομηχανικά προϊόντα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη βιοτεχνία ή βιομηχανία με το σχετικό αντικείμενο εργασιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυψοποιία < γύψος + -ο- + -ποία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυψοποιίαγυψοποιίες
Γενικήγυψοποιίαςγυψοποιιών
Αιτιατικήγυψοποιίαγυψοποιίες
Κλητικήγυψοποιίαγυψοποιίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →