γυψώνω
•
- καλύπτω με γύψο κάτι Βικιλεξικό
- καλύπτω με γύψο εν είδει επιδέσμου κάποιο χτυπημένο σωματικό μέλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυψώνω < αρχαία ελληνική γυψόω / γυψῶ < γύψος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γυψώνω | γυψώνεις | γυψώνει | γυψώνουμε | γυψώνετε | γυψώνουν / γυψώνουνε |
| Παρατατικός | γύψωνα | γύψωνες | γύψωνε | γυψώναμε | γυψώνατε | γυψώναν / γυψώνανε / γύψωναν |
| Αόριστος | γύψωσα | γύψωσες | γύψωσε | γυψώσαμε | γυψώσατε | γυψώσαν / γυψώσανε / γύψωσαν |
| Μέλλοντας | θα γυψώνω / θα γυψώσω | θα γυψώνεις / θα γυψώσεις | θα γυψώνει / θα γυψώσει | θα γυψώνουμε / θα γυψώσουμε | θα γυψώνετε / θα γυψώσετε | θα γυψώνουν / θα γυψώνουνε / θα γυψώσουν / θα γυψώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γυψώσει | έχεις γυψώσει | έχει γυψώσει | έχουμε γυψώσει | έχετε γυψώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γυψώσει | είχες γυψώσει | είχε γυψώσει | είχαμε γυψώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γυψώσει / να γυψώνω / να γυψώσω | να έχεις γυψώσει / να γυψώνεις / να γυψώσεις | να έχει γυψώσει / να γυψώνει / να γυψώσει | να έχουμε γυψώσει / να γυψώνουμε / να γυψώσουμε | να έχετε γυψώσει / να γυψώνετε / να γυψώσετε | να γυψώνουν / να γυψώνουνε / να γυψώσουν / να γυψώσουνε |
| Προστακτική | — | γύψωνε / γύψωσε | — | — | γυψώνετε / γυψώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →