γωβιός
•
- ψάριμικρόσωμο θαλάσιο ή του γλυκού νερού ψάρι, που διαθέτει χαρακτηριστικά σμιχτά μάτια και αγκαθωτά πτερύγια και προσκολλάται σε βράχια με τα κοιλιακά του πτερύγια που σχηματίζουν βεντούζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γωβιός < αρχαία ελληνική κωβιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γωβιός | γωβιοί |
| Γενική | γωβιού | γωβιών |
| Αιτιατική | γωβιό | γωβιούς |
| Κλητική | γωβιέ | γωβιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →