Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γωνιακός

/ɣo.ni.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε γωνία Βικιλεξικό
    • γωνιακό δωμάτιο, γωνιακό σπίτι
  2. που σχηματίζει γωνία Βικιλεξικό
    • γωνιακός λειαντήρας, γωνιακός τροχός

Ετυμολογία

γωνιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γωνιακός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγωνιακόςγωνιακήγωνιακό / γωνιακόν / τὸ
Γενικήγωνιακού / γωνιακοῦ / τοῦγωνιακής / γωνιακῆς / τῆςγωνιακού / γωνιακοῦ / τοῦ
Αιτιατικήγωνιακό / γωνιακόν / τὸνγωνιακή / γωνιακήν / τὴνγωνιακό / γωνιακόν / τὸ
Κλητικήγωνιακέγωνιακήγωνιακό / γωνιακόν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγωνιακοί / οἱαἱ / γωνιακές / γωνιακαίγωνιακά / τὰ
Γενικήγωνιακών / γωνιακῶν / τῶνγωνιακών / γωνιακῶν / τῶνγωνιακών / γωνιακῶν / τῶν
Αιτιατικήγωνιακούς / τοὺςγωνιακάς / γωνιακές / τὰςγωνιακά / τὰ
Κλητικήγωνιακοίγωνιακές / γωνιακαίγωνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →