γόησσα
•
- θηλυκό του γόης (γοητευτική γυναίκα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γόησσα < γόης + κατάληξη θηλυκού -ισσα (η λέξη γράφτηκε με η κατ' επίδραση του αρσενικού παραβιάζοντας τον κανόνα για τα θηλυκά σε -ισσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόησσα | γόησσες |
| Γενική | γόησσας | γοησσών |
| Αιτιατική | γόησσα | γόησσες |
| Κλητική | γόησσα | γόησσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →