Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γόμα

/ˈɣo.ma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραφική ύλησυνώνυμο του γομολάστιχα Βικιλεξικό
    • υποκοριστικά: γομίτσα, γομούλα
  2. παχύρρευση συγκολλητική ουσία Βικιλεξικό
    • και (κυπριακά) κόλλα

Ετυμολογία

γόμα < (άμεσο δάνειο) βενετική goma < ιταλική gomma < νεολατινική gumma / cumma < λατινική cummi / gummi < αρχαία ελληνική κόμμι (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή qmy

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγόμαγόμες
Γενικήγόμαςγομών
Αιτιατικήγόμαγόμες
Κλητικήγόμαγόμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →