Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γόμπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόκαμπούρης Βικιλεξικό
    • Όπου κουτσός κι όπου στραβός, τσίρος και γόμπος και σπανός, στον αϊ-Παντελέημονα. (Κεφαλονίτικη παροιμία)
  2. ιδιωματικόκαμπούρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γόμπος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γόμπος < βενετική gobo / ιταλική gobbo < λατινική gubbus / gibbus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *geybʰ- (καμπύλος, λοξός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγόμποςγόμποι
Γενικήγόμπουγόμπων
Αιτιατικήγόμπογόμπους
Κλητικήγόμπεγόμποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →