γόμπος
•
- ιδιωματικόκαμπούρης Βικιλεξικό
- Όπου κουτσός κι όπου στραβός, τσίρος και γόμπος και σπανός, στον αϊ-Παντελέημονα. (Κεφαλονίτικη παροιμία)
- ιδιωματικόκαμπούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γόμπος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γόμπος < βενετική gobo / ιταλική gobbo < λατινική gubbus / gibbus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *geybʰ- (καμπύλος, λοξός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόμπος | γόμποι |
| Γενική | γόμπου | γόμπων |
| Αιτιατική | γόμπο | γόμπους |
| Κλητική | γόμπε | γόμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →