γόμφωση
•
- η σύνδεση κάποιων πραγμάτων με γόμφους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηείδος (συν)άρθρωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γόμφωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόμφωσ(ις) + -ση < αρχαία ελληνικά γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόμφωση | γομφώσεις |
| Γενική | γόμφωσης | γομφώσεων |
| Αιτιατική | γόμφωση | γομφώσεις |
| Κλητική | γόμφωση | γομφώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →