Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γόμφωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σύνδεση κάποιων πραγμάτων με γόμφους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηείδος (συν)άρθρωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γόμφωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόμφωσ(ις) + -ση < αρχαία ελληνικά γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγόμφωσηγομφώσεις
Γενικήγόμφωσηςγομφώσεων
Αιτιατικήγόμφωσηγομφώσεις
Κλητικήγόμφωσηγομφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →