γόος
•
- λόγιοφωνή με σπαραγμό που δηλώνει θρήνο Βικιλεξικό
- Επειδή ο μακαρίτης ήταν αρκετά τσιγκούνης, δεν υπήρξαν ούτε γόοι ούτε κοπετοί. Μόνο ρυθμικοί λυγμοί ανά διαστήματα. Η Φιλίντα, κάτω από την πλερέζα, κοίταζε σαν χαμένη τριγύρω. (Χρήστος Ναούμ, Γυμνός σε κοινή θέα, εκδ. Καστανιώτη, 2016)
Ετυμολογία
γόος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γόος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόος | γόοι |
| Γενική | γόου | γόων |
| Αιτιατική | γόο | γόους |
| Κλητική | γόε | γόοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →