γόπα
•
- ψάριείδος μικρού ψαριού (Βόωψ ο βόωψ, Boops boops) της οικογένειας των Σπαριδών, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στα ανατολικά ύδατα του Ατλαντικού Ωκεανού, στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2014, ISBN 9789600356861, αρχική δημοσίευση: 1997, @google.gr/books
- προφορικόαυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει Βικιλεξικό
- Εικοσιδύο γόπες μέτρησε στο σταχτοδοχείο. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Μισό παιδί, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2021, ISBN 9789601699837, αρχική δημοσίευση: 2021, @google.gr/books
Ετυμολογία
γόπα < μεσαιωνική ελληνική *γῶπα < *βῶπα (αμαρτύρητο) (αιτιατική πτώση του ελληνιστική κοινή βῶψ/βόωψ (μικρό ψάρι)) < αρχαία ελληνική βῶξ < αρχαία ελληνική βόαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόπα | γόπες |
| Γενική | γόπας | — |
| Αιτιατική | γόπα | γόπες |
| Κλητική | γόπα | γόπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →