Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γόρδιος

/ˈɣoɾ.ði.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη φρυγική πόλη Γόρδιο ή τον βασιλιά και ιδρυτή του φρυγικού κράτους Γόρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γόρδιος < (ελληνιστική κοινή) < Γόρδιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγόρδιοςγόρδιαγόρδιο
Γενικήγόρδιουγόρδιαςγόρδιου
Αιτιατικήγόρδιογόρδιαγόρδιο
Κλητικήγόρδιεγόρδιαγόρδιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγόρδιοιγόρδιεςγόρδια
Γενικήγόρδιωνγόρδιωνγόρδιων
Αιτιατικήγόρδιουςγόρδιεςγόρδια
Κλητικήγόρδιοιγόρδιεςγόρδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →