Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γύμνια

/ˈʝi.mɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάτο να είναι κάποιος γυμνός, χωρίς ρούχα Βικιλεξικό
    • Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι … να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)
  2. μεταφορικάη έλλειψη, η ένδεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γύμνια < μεσαιωνική ελληνική γύμνια < αρχαία ελληνική γυμνός + -ια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγύμνιαγύμνιες
Γενικήγύμνιας—
Αιτιατικήγύμνιαγύμνιες
Κλητικήγύμνιαγύμνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →