Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γύμνωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυμνώνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυμνώνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυμνώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γύμνωμα < γυμνώνω + -μα < αρχαία ελληνική γυμνόω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός) (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stripping)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγύμνωμαγυμνώματα
Γενικήγυμνώματοςγυμνωμάτων
Αιτιατικήγύμνωμαγυμνώματα
Κλητικήγύμνωμαγυμνώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →