γύρισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυρίζω Βικιλεξικό
- η επιστροφή Βικιλεξικό
- το τριγύρισμα, το ταξίδι Βικιλεξικό
- η αναστροφή, το αναποδογύρισμα Βικιλεξικό
- μουσικήη επωδός, το τσάκισμα Βικιλεξικό
- μουσικήη αλλαγή ρυθμού Βικιλεξικό
- η κινηματογράφηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γύρισμα < μεσαιωνική ελληνική γύρισμα(ν) < γυρίζ(ω) + -μα(ν)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γύρισμα | γυρίσματα |
| Γενική | γυρίσματος | γυρισμάτων |
| Αιτιατική | γύρισμα | γυρίσματα |
| Κλητική | γύρισμα | γυρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →