γύφτουλας
•
- μειωτικόπροσβλητικός χαρακτηρισμός κατά των γύφτων / τσιγγάνων / Ρομά, με βάση στερεοτυπικές, υποτιμητικές αντιλήψεις Βικιλεξικό
- μειωτικόάνθρωπος αγενής, άξεστος, μικροπρεπής, χωρίς τρόπους ή σεβασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γύφτουλας < γύφτος + -ουλας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γύφτουλας | γύφτουλες |
| Γενική | γύφτουλα | γύφτουλων |
| Αιτιατική | γύφτουλα | γύφτουλες |
| Κλητική | γύφτουλα | γύφτουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →