Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δάδα

/ˈða.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δαυλός, κομμάτι ξύλου στην άκρη του οποίου έβαζαν φωτιά και το κρατούσαν για να φωτίζει την νύχτα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο φως της γνώσης, του πολιτισμού κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δάδα < αρχαία ελληνική δᾷδα, αιτιατική ενικού του δᾴς, συνηρημένος αττικός τύπος του δαΐς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδάδαδάδες
Γενικήδάδαςδάδων
Αιτιατικήδάδαδάδες
Κλητικήδάδαδάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →