Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δάνειος

/ˈða.ni.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελεί προϊόν δανεισμού Βικιλεξικό
    • δάνειες λέξεις από άλλη γλώσσα

Ετυμολογία

δάνειος < αβέβαιης ετυμολογίας : Κατά το Χρηστικό Λεξικό: (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δάνειος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική (d') emprunt : Κατά το ΛΚΝ: σφαλερός σχηματισμός από την αρχαία ελληνική δάνειον, που παρερμηνεύτηκε ως ουδέτερο επίθετο ενός αμάρτυρου αρχαίου *δάνειος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική (d') emprunt

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδάνειοςδάνειαδάνειο
Γενικήδάνειουδάνειαςδάνειου
Αιτιατικήδάνειοδάνειαδάνειο
Κλητικήδάνειεδάνειαδάνειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδάνειοιδάνειεςδάνεια
Γενικήδάνειωνδάνειωνδάνειων
Αιτιατικήδάνειουςδάνειεςδάνεια
Κλητικήδάνειοιδάνειεςδάνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →