δέηση
•
- θρησκείαη παρακλητική προσευχή που απευθύνεται στον Θεό με συγκεκριμένο κάθε φορά αίτημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέηση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δέη(σις) (αρχαία σημασία: έντονη παράκληση) + -ση < δέω/δέομαι (έχω ανάγκη,χρειάζομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέηση | δεήσεις |
| Γενική | δέησης | δεήσεων |
| Αιτιατική | δέηση | δεήσεις |
| Κλητική | δέηση | δεήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →