Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέηση

/ˈðe.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαη παρακλητική προσευχή που απευθύνεται στον Θεό με συγκεκριμένο κάθε φορά αίτημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δέηση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δέη(σις) (αρχαία σημασία: έντονη παράκληση) + -ση < δέω/δέομαι (έχω ανάγκη,χρειάζομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδέησηδεήσεις
Γενικήδέησηςδεήσεων
Αιτιατικήδέησηδεήσεις
Κλητικήδέησηδεήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →