δέκα
•
- σχολικός βαθμός· στο δημοτικό σχολείο είναι το άριστα, ενώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι η βάση Βικιλεξικό
- το δέκα, το δεκάρι
- ένα από τα χαρτιά της τράπουλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέκα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δέκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →