Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέντρινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει γίνει από δέντρο ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δέντρινος < δέντρο + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδέντρινοςδέντρινηδέντρινο
Γενικήδέντρινουδέντρινηςδέντρινου
Αιτιατικήδέντρινοδέντρινηδέντρινο
Κλητικήδέντρινεδέντρινηδέντρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδέντρινοιδέντρινεςδέντρινα
Γενικήδέντρινωνδέντρινωνδέντρινων
Αιτιατικήδέντρινουςδέντρινεςδέντρινα
Κλητικήδέντρινοιδέντρινεςδέντρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →