δέντρος
•
- το δέντρο Βικιλεξικό
- ειδικότεραη δρυς (το δέντρο ή ξύλο από δρυ) Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ελιά (το δέντρο ή ξύλο από ελιά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέντρος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέντρος | δέντροι |
| Γενική | δέντρου | δέντρων |
| Αιτιατική | δέντρο | δέντρους |
| Κλητική | δέντρο | δέντροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →