δέσιμο
•
- η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο) Βικιλεξικό
- η επίδεση (για τραύματα) Βικιλεξικό
- η συναρμολόγηση (για μηχανισμούς, αντικείμενα) Βικιλεξικό
- η βιβλιοδεσία (για βιβλία) Βικιλεξικό
- η ψυχική και συναισθηματική εγγύτητα, η ύπαρξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα σε πρόσωπα Βικιλεξικό
- ο σχηματισμός του καρπού από το άνθος Βικιλεξικό
- μαγειρικήο σχηματισμός μιας ομοιόμορφης, πυκνής μάζας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέσιμο < δέσ- (αοριστικό θέμα του δένω) + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέσιμο | δεσίματα |
| Γενική | δεσίματος | δεσιμάτων |
| Αιτιατική | δέσιμο | δεσίματα |
| Κλητική | δέσιμο | δεσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →