Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέσμευση

/ˈðe.zmef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δεσμεύω Βικιλεξικό
    • το να αναλάβει κάποιος μια υποχρέωση
    • η απαγόρευση χρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων
  2. πληροφορικήη κράτηση ενός τμήματος μνήμης για κάποια εργασία Βικιλεξικό
  3. προγραμματισμόςη συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δέσμευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δέσμευ(σις) (δέσιμο, φυλάκιση) + -ση, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική binding

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδέσμευσηδεσμεύσεις
Γενικήδέσμευσηςδεσμεύσεων
Αιτιατικήδέσμευσηδεσμεύσεις
Κλητικήδέσμευσηδεσμεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →