δέσμευση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δεσμεύω Βικιλεξικό
- το να αναλάβει κάποιος μια υποχρέωση
- η απαγόρευση χρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων
- πληροφορικήη κράτηση ενός τμήματος μνήμης για κάποια εργασία Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςη συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέσμευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δέσμευ(σις) (δέσιμο, φυλάκιση) + -ση, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική binding
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέσμευση | δεσμεύσεις |
| Γενική | δέσμευσης | δεσμεύσεων |
| Αιτιατική | δέσμευση | δεσμεύσεις |
| Κλητική | δέσμευση | δεσμεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →