Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςτο σημείο του προβλήτα όπου περνιούνται οι γάσες των κάβων όταν «δένουν» πλοία, ή σκάφη στο λιμάνι Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάοποιοδήποτε σημείο που δένεται κάβος ή άλλο σχοινί Βικιλεξικό
  3. σημείο απόθεσης ποδηλάτου, συνήθως κοντά σε ποδηλατόδρομους ή μαγαζιά Βικιλεξικό
    • ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Ετυμολογία

δέστρα < δένω, δεσ- + -τρα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδέστραδέστρες
Γενικήδέστραςδεστρών
Αιτιατικήδέστραδέστρες
Κλητικήδέστραδέστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →