δέστρα
•
- ναυτικός όροςτο σημείο του προβλήτα όπου περνιούνται οι γάσες των κάβων όταν «δένουν» πλοία, ή σκάφη στο λιμάνι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάοποιοδήποτε σημείο που δένεται κάβος ή άλλο σχοινί Βικιλεξικό
- σημείο απόθεσης ποδηλάτου, συνήθως κοντά σε ποδηλατόδρομους ή μαγαζιά Βικιλεξικό
- ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ετυμολογία
δέστρα < δένω, δεσ- + -τρα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέστρα | δέστρες |
| Γενική | δέστρας | δεστρών |
| Αιτιατική | δέστρα | δέστρες |
| Κλητική | δέστρα | δέστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →