Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέτης

/ˈðe.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γκρεμός Βικιλεξικό
  2. διάταξη ή εργαλείο ή ιμάντας που δένει κάτι με κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Ιμάντας/δέτης από πολυαμίδιο (nylon) πλάτους 20mm (lifeline anchoring device) Διαμορφώνει σημείο στήριξης σε δύσκολες εφαρμογές. Μέγιστο φορτίο 22kN (Δέτης / Σημείο Στήριξης ADI, toolnet.gr, ανακτήθηκε στις 18/12/2022 https://www.toolnet.gr/proionta/katalogos/detis/simeiostirixisadi185005.html)

Ετυμολογία

δέτης < πιθανή προέλευση από το δομώ ή δένω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδέτηςδέτες
Γενικήδέτηδετών
Αιτιατικήδέτηδέτες
Κλητικήδέτηδέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →