δέτης
•
- γκρεμός Βικιλεξικό
- διάταξη ή εργαλείο ή ιμάντας που δένει κάτι με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Ιμάντας/δέτης από πολυαμίδιο (nylon) πλάτους 20mm (lifeline anchoring device) Διαμορφώνει σημείο στήριξης σε δύσκολες εφαρμογές. Μέγιστο φορτίο 22kN (Δέτης / Σημείο Στήριξης ADI, toolnet.gr, ανακτήθηκε στις 18/12/2022 https://www.toolnet.gr/proionta/katalogos/detis/simeiostirixisadi185005.html)
Ετυμολογία
δέτης < πιθανή προέλευση από το δομώ ή δένω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέτης | δέτες |
| Γενική | δέτη | δετών |
| Αιτιατική | δέτη | δέτες |
| Κλητική | δέτη | δέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →