δέψη
•
- λόγιοη επεξεργασία του ακατέργαστου δέρματος, η κατεργασία του, το άργασμά του Βικιλεξικό
- Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
Ετυμολογία
δέψη < αρχαία ελληνική δέφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέψη | δέψεις |
| Γενική | δέψης | δέψεων |
| Αιτιατική | δέψη | δέψεις |
| Κλητική | δέψη | δέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →