δέω
•
- μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό Βικιλεξικό
- καταδέχομαι να ασχοληθώ με κάτι Βικιλεξικό
- επιτέλους, πότε θα δεήσει ο κύριος διευθυντής να ασχοληθεί με το ζήτημά μας
- στο γ' πρόσωπογια κάτι που επιτέλους έγινε Βικιλεξικό
- εδέησε να βρέξει
Ετυμολογία
δέω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →