δήθεν
•
- αρσενικό ή θηλυκόπρόσωπο που υποκρίνεται και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα Βικιλεξικό
- Απεχθάνεται τους δήθεν.
- ουδέτεροψέμα, προσποίηση, επιτήδευση Βικιλεξικό
- Ξεχωρίζω το αληθινό από το δήθεν.
Ετυμολογία
δήθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δῆθεν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →