Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δήλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη Δήλο, προέρχεται απʼ αυτή ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάικανός, έμπειρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δήλιος < αρχαία ελληνική Δήλιος < Δῆλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδήλιοςδήλιαδήλιο
Γενικήδήλιουδήλιαςδήλιου
Αιτιατικήδήλιοδήλιαδήλιο
Κλητικήδήλιεδήλιαδήλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδήλιοιδήλιεςδήλια
Γενικήδήλιωνδήλιωνδήλιων
Αιτιατικήδήλιουςδήλιεςδήλια
Κλητικήδήλιοιδήλιεςδήλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →