δήλωση
•
- ρητή έκφραση κάποιας πληροφορίας, είτε γραπτά είτε προφορικά, με ενημερωτικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
- η δήλωση του υπουργού προκάλεσε αναστάτωση ανάμεσα στους βουλευτές
- γραπτός ισχυρισμός ή καταγραφή πληροφοριών που γίνεται επίσημα για την μετέπειτα αναφορά από άλλους (συχνά από κρατικές αρχές) Βικιλεξικό
- φορολογική δήλωση, δήλωση συμμετοχής
- δήλωση ειλικρίνειας: Παλαιότερη ονομασία της σημερινής Υπεύθυνης Δήλωσης
- δήλωση 1509: Παλαιότερη ονομασία της σημερινής Υπεύθυνης Δήλωσης, βασισμένη στον τότε αριθμό της
- προγραμματισμόςο ορισμός του ονόματος (identifier) και του τύπου δεδομένων μεταβλητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δήλωση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δήλωση | δηλώσεις |
| Γενική | δήλωσης | δηλώσεων |
| Αιτιατική | δήλωση | δηλώσεις |
| Κλητική | δήλωση | δηλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →