δήμιος
•
- επάγγελμαάτομο που εκτελεί όσους έχουν καταδικαστεί σε θάνατο Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο που συμμετέχει στη θανάτωση άλλων ή την προωθεί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκταση, (μεταφορικά) άτομο που κυβερνά αυταρχικά και απάνθρωπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δήμιος < αρχαία ελληνική δήμιος (σε αντιδιαστολή με τον ιδιωτικό, σχετίζεται με το δῆμον: ο δήμιος δούλος αναλάμβανε την εκτέλεση των θανατικών ποινών)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δήμιος | δήμιοι |
| Γενική | δήμιου / δημίου | δήμιων / δημίων |
| Αιτιατική | δήμιο | δήμιους / δημίους |
| Κλητική | δήμιε | δήμιοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →