δίαθλο
•
- αθλητισμόςαγώνισμα χειμερινών αθλητικών διοργανώσεων στο οποίο ο αθλητής συνδυάζει απαιτητική αερόβια χιονοδρομία με διαδοχικές φάσεις σκοποβολής, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα αντοχή και ακρίβεια Βικιλεξικό
- αθλητισμόςσύνθετο αγώνισμα αντοχής όπου ο ίδιος αθλητής εκτελεί διαδοχικά δύο διαφορετικά αθλήματα χωρίς διακοπή, με στόχο τη συνολική επίδοση στον ενιαίο αγώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίαθλο < δι- + άθλος + -ο (1.μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biathlon. 2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική duathlon)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίαθλο | δίαθλα |
| Γενική | δίαθλου / διάθλου | δίαθλων / διάθλων |
| Αιτιατική | δίαθλο | δίαθλα |
| Κλητική | δίαθλο | δίαθλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →