δίαυλος
•
- γεωγραφίαφυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας Βικιλεξικό
- λόγιοκύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων Βικιλεξικό
- πληροφορικήκαλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα Βικιλεξικό
- πληροφορικήbus: σύστημα αρτηριών και εξειδικευμένων υπολογιστών που συνδέει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU), ενός μεγάλου υπολογιστή (mainframe), με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα Βικιλεξικό
- Για τις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών χρησιμοποιείται ο όρος αρτηρία. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus
- μεταφορικάκανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών Βικιλεξικό
- αθλητισμόςαρχαίο αγώνισμα δρόμου δύο σταδίων Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοαρχαίο μουσικό όργανο με δύο αυλούς που τους έπαιζε με το στόμα του ένας αυλητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίαυλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίαυλος (στενό πέρασμα) < (δια-) δί- + αὐλός : για τους σύγχρονους όρους της τεχνολογίας < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική channel
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίαυλος | δίαυλοι |
| Γενική | δίαυλου / διαύλου | διαύλων |
| Αιτιατική | δίαυλο | δίαυλους / διαύλους |
| Κλητική | δίαυλε | δίαυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →