Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίαυλος

/ˈði.a.vlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαφυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας Βικιλεξικό
  2. λόγιοκύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήκαλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήbus: σύστημα αρτηριών και εξειδικευμένων υπολογιστών που συνδέει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU), ενός μεγάλου υπολογιστή (mainframe), με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα Βικιλεξικό
    • Για τις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών χρησιμοποιείται ο όρος αρτηρία. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus
  5. μεταφορικάκανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών Βικιλεξικό
  6. αθλητισμόςαρχαίο αγώνισμα δρόμου δύο σταδίων Βικιλεξικό
  7. μουσικό όργανοαρχαίο μουσικό όργανο με δύο αυλούς που τους έπαιζε με το στόμα του ένας αυλητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίαυλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίαυλος (στενό πέρασμα) < (δια-) δί- + αὐλός : για τους σύγχρονους όρους της τεχνολογίας < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική channel

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίαυλοςδίαυλοι
Γενικήδίαυλου / διαύλουδιαύλων
Αιτιατικήδίαυλοδίαυλους / διαύλους
Κλητικήδίαυλεδίαυλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →