δίβηλο
•
- παρωχημένοδιπλό (τοξωτό) άνοιγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίβηλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίβηλος < δ- + ελληνιστική κοινή βῆλον < λατινική velum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weǵʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίβηλο | δίβηλα |
| Γενική | δίβηλου | δίβηλων |
| Αιτιατική | δίβηλο | δίβηλα |
| Κλητική | δίβηλο | δίβηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →