δίγαμμα
•
- φιλολογίαγράμμα του αρχαιότερου ελληνικού αλφαβήτου Βικιλεξικό
- 1891 Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1892, Ἡ ἐν Ἀμστελοδάμῳ Φιλελληνικὴ Ἑταιρία, σελ. 173, Ἐν Ἀθήναις, μηνὶ Ἰουνίῳ, 1891.
Ετυμολογία
δίγαμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίγαμμα. Συγχρονικά αναλύεται σε δί- + γάμμα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →