δίζηση
•
- νομικός όροςτο νομικό δικαίωμα του εγγυητή ενός χρέους να ζητήσει να ξεκινήσει η αποπληρωμή ή εξόφληση του χρέους από τον οφειλέτη ή να εφαρμοστούν άλλα μέτρα (κατάσχεση) στον αρχικό οφειλέτη, πριν εγερθούν απαιτήσεις και αξιώσεις προς τον εγγυητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίζηση < ελληνιστική κοινή δίζησις (έρευνα, διερεύνηση) < αρχαία ελληνική δίζημαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deyh₂ / *dyeh₂
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίζηση | διζήσεις |
| Γενική | δίζησης | διζήσεων |
| Αιτιατική | δίζηση | διζήσεις |
| Κλητική | δίζηση | διζήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →